Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο όρμος οι όρμοι
      γενική του όρμου των όρμων
    αιτιατική τον όρμο τους όρμους
     κλητική όρμε όρμοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όρμος < αρχαία ελληνική ὅρμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όρμος αρσενικό

  1. μικρή σχετικά και κλειστή εσοχή της ξηράς που σχηματίζει ένα φυσικό λιμάνι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία