Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ωοσκόπιο τα ωοσκόπια
      γενική του ωοσκοπίου των ωοσκοπίων
    αιτιατική το ωοσκόπιο τα ωοσκόπια
     κλητική ωοσκόπιο ωοσκόπια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωοσκόπιο < ὠοσκόπιον στην καθαρεύουσα < ᾠόν + -σκόπιο ( < σκοπέω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωοσκόπιο ουδέτερο

  1. όργανο εξέτασης της ποιότητας των αβγών με τη βοήθεια τού κατάλληλου φωτισμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία