Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὠοσκόπιον < ᾠόν + -σκόπιον ( < σκοπέω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὠοσκόπιον θηλυκό (γενική: ὠοσκοπίου και ὠοσκοπίων) (καθαρεύουσα) ωοσκόπιο

ωοσκόπιο