Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική oogenesis < ωόν + γένεσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωογένεση θηλυκό (και ωογονία)

  1. ο σχηματισμός ενός ωαρίου

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία