Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωκεανολογία
γενική ωκεανολογίας
αιτιατική ωκεανολογία
κλητική ωκεανολογία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωκεανολογία < ωκεανολόγος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.cɛ.a.nɔ.lɔ.ˈʝi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωκεανολογία θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • η επιστήμη που ασχολείται τους ωκεανούς και τις τεχνικές που σχετίζονται με τη οικονομική εκμετάλλευσή τους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία