Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψωμάκια < υποκοριστικό της λέξης ψωμί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψωμάκια ουδέτερο

  1. μικρά ψωμιά, κυρίως για σάντουιτς
  2. μέρος του σώματος όπου υπάρχει πολύ λίπος -αναφέρεται συνήθως στους γυναικείους γλουτούς, στην εξωτερική πλευρά, όπου σχηματίζεται και ένα χαρακτηριστικό εξόγκωμα λίπους
  3. παλιότερη ονομασία του παιχνιδιού πεταλίδες ή κουταλήθρες ή αναπεταρούδια ή παξιμαδάκια ή πίτες το οποίο στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν εποστρακισμός -πετάμε κομμάτι κεραμιδιού ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία