Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψευδοϊσόδομος η ψευδοϊσόδομη το ψευδοϊσόδομο
      γενική του ψευδοϊσόδομου της ψευδοϊσόδομης του ψευδοϊσόδομου
    αιτιατική τον ψευδοϊσόδομο την ψευδοϊσόδομη το ψευδοϊσόδομο
     κλητική ψευδοϊσόδομε ψευδοϊσόδομη ψευδοϊσόδομο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψευδοϊσόδομοι οι ψευδοϊσόδομες τα ψευδοϊσόδομα
      γενική των ψευδοϊσόδομων των ψευδοϊσόδομων των ψευδοϊσόδομων
    αιτιατική τους ψευδοϊσόδομους τις ψευδοϊσόδομες τα ψευδοϊσόδομα
     κλητική ψευδοϊσόδομοι ψευδοϊσόδομες ψευδοϊσόδομα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψευδοϊσόδομος < ψευδο- + ισόδομος < ελληνιστική κοινή ἰσόδομος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψευδοϊσόδομος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία