Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χτικιάζω < μεσαιωνική ελληνική κτικιάζω < ελληνιστική κοινή ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵʰ-

  ΡήμαΕπεξεργασία

χτικιάζω

(λαϊκότροπο)
  1. (αμετάβατο) (παρωχημένο) παθαίνω φυματίωση
  2. (μεταβατικό) (παρωχημένο) κάνω κάποιον να πάθει φυματίωση
  3. (μεταφορικά) (αμετάβατο) ταλαιπωρούμαι υπερβολικά από πολλά βάσανα
  4. (μεταφορικά) (μεταβατικό) ταλαιπωρώ κάποιον υπερβολικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία