Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χοντρικός η χοντρική το χοντρικό
      γενική του χοντρικού της χοντρικής του χοντρικού
    αιτιατική τον χοντρικό τη χοντρική το χοντρικό
     κλητική χοντρικέ χοντρική χοντρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χοντρικοί οι χοντρικές τα χοντρικά
      γενική των χοντρικών των χοντρικών των χοντρικών
    αιτιατική τους χοντρικούς τις χοντρικές τα χοντρικά
     κλητική χοντρικοί χοντρικές χοντρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντρικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χοντρικός, -ή, -ό και χονδρικός

  1. που αφορά την εξέταση ενός θέματος σε αδρές γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς απαιτήσεις μεγάλης ακρίβειας
  2. που αφορά την αγορά και πώληση προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία