Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χλωριούχος < χλώρι(ο) + -ούχος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική chloré [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χλωριούχος, -ος/-α, ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία