Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χερόψαρο τα χερόψαρα
      γενική του χερόψαρου των χερόψαρων
    αιτιατική το χερόψαρο τα χερόψαρα
     κλητική χερόψαρο χερόψαρα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερόψαρο < χέρι + -ο- + ψάρι + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική handfish)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερόψαρο ουδέτερο

  • (ιχθυολογία) σπάνιο είδος ψαριού (γένος Brachionichthys) που φαίνεται σαν να έχει χέρια και να περπατάει στο βυθό της θάλασσας
    Ένας νέος πληθυσμός σπανίων ψαριών σε παγκόσμιο επίπεδο, ανακαλύφθηκε στην Αυστραλία. Πρόκειται για το σπάνιο είδος του κόκκινου χερόψαρου, το οποίο εντοπίστηκε την περασμένη εβδομάδα σε μία περιοχή ίση περίπου με το μέγεθος δύο γηπέδων τένις, στον κόλπο Frederick Henry Bay στην Τασμανία. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία