Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωτεινότητα οι φωτεινότητες
      γενική της φωτεινότητας των φωτεινοτήτων
    αιτιατική τη φωτεινότητα τις φωτεινότητες
     κλητική φωτεινότητα φωτεινότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτεινότητα < φωτεινός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φωτεινότητα θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος μόνο στις μετρήσεις της φυσικής)

  1. η λαμπρότητα, το μέγεθος που δείχνει πόσο λαμπερό είναι κάτι, πόσο φως και πόσο έντονα το ακτινοβολεί, πόσο φωτεινό είναι
  2. (αστρονομία) ο ρυθμός της ενέργειας που εκλύεται σε μορφή ακτινοβολίας από έναν αστέρα προς όλες τις κατευθύνσεις
  3. (οπτική) φωτομετρικό μέγεθος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία