Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φτωχοδιάβολος οι φτωχοδιάβολοι
      γενική του φτωχοδιάβολου των φτωχοδιαβόλων
    αιτιατική τον φτωχοδιάβολο τους φτωχοδιάβολους
     κλητική φτωχοδιάβολε φτωχοδιάβολοι
Κατηγορία όπως «χοντράνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτωχοδιάβολος < φτωχο- + διάβολος < • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fto.xoˈðʝa.vo.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φτω‐χο‐διά‐βο‐λος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φτωχοδιάβολος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία