↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φθείρ οἱ φθεῖρες
      γενική τοῦ φθειρός τῶν φθειρῶν
      δοτική τῷ φθειρῐ́ τοῖς φθειρσῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν φθεῖρ τοὺς φθεῖρᾰς
     κλητική ! φθείρ φθεῖρες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φθεῖρε
γεν-δοτ τοῖν  φθειροῖν
Ή θηλυκό στην ελληνιστική κοινή.
3η κλίση, Κατηγορία 'φθείρ' όπως «φθείρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φθείρ < φθείρω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φθείρ αρσενικό (στην ελληνιστική κοινή, θηλυκό)

  1. (εντομολογία)
    1. ψείρα (ανθρώπων)
    2. ψείρα (ζώων)
     συνώνυμα: κρότων
  2. ο κώνος ενός είδους πεύκου

Συγγενικά

επεξεργασία
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Απόγονοι

επεξεργασία

φθείρ (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ψεῖρα
νέα ελληνικά: ψείρα
ποντιακά: φτείρα
κατωιταλικά: φτείρα, φτείρο, ττείρο, ττείρα
καππαδοκικά: φτείρος, φτ(ʃ)ειρ'