Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική φθείρ φθεῖρε φθεῖρες
Γενική φθειρός φθειροῖν φθειρῶν
Δοτική φθειρί φθειροῖν φθειρσί(ν)
Αιτιατική φθεῖρ φθεῖρε φθεῖρᾰς
Κλητική φθείρ φθεῖρε φθεῖρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φθείρ < φθείρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φθείρ αρσενικό

  1. ψείρα (ανθρώπων)
  2. ψείρα (ζώων)
     συνώνυμα: κρότων
  3. ο κώνος ενός είδους πεύκου