Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φερέοικος η φερέοικη το φερέοικο
      γενική του φερέοικου της φερέοικης του φερέοικου
    αιτιατική τον φερέοικο τη φερέοικη το φερέοικο
     κλητική φερέοικε φερέοικη φερέοικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φερέοικοι οι φερέοικες τα φερέοικα
      γενική των φερέοικων των φερέοικων των φερέοικων
    αιτιατική τους φερέοικους τις φερέοικες τα φερέοικα
     κλητική φερέοικοι φερέοικες φερέοικα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φερέοικος < φέρω + οίκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φερέοικος -η -ο

  • που κουβαλάει το σπίτι του, ο περιπλανώμενος
  • που έχει κέλυφος ή καβούκι, ιδίως για το σαλιγκάρι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία