Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπολειμματικός η υπολειμματική το υπολειμματικό
      γενική του υπολειμματικού της υπολειμματικής του υπολειμματικού
    αιτιατική τον υπολειμματικό την υπολειμματική το υπολειμματικό
     κλητική υπολειμματικέ υπολειμματική υπολειμματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπολειμματικοί οι υπολειμματικές τα υπολειμματικά
      γενική των υπολειμματικών των υπολειμματικών των υπολειμματικών
    αιτιατική τους υπολειμματικούς τις υπολειμματικές τα υπολειμματικά
     κλητική υπολειμματικοί υπολειμματικές υπολειμματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπολειμματικός < υπόλειμμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπολειμματικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με ένα υπόλειμμα
  2. (λογιστική) υπολειμματική αξία: (συνήθως για πάγιο) η αξία πώλησης για ανακύκλωση ενός άχρηστου περιουσιακού στοιχείου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία