Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπερπροϊόν τα υπερπροϊόντα
      γενική του υπερπροϊόντος των υπερπροϊόντων
    αιτιατική το υπερπροϊόν τα υπερπροϊόντα
     κλητική υπερπροϊόν υπερπροϊόντα
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «παρόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερπροϊόν < υπερ- + προϊόν < μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Mehrprodukt (όρος του Καρλ Μαρξ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερπροϊόν ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • (οικονομία) κατά τη μαρξιστική οικονομική θεωρία, το πλεόνασμα του προϊόντος που παράγουν οι παραγωγοί, που είναι πέρα από εκείνο που αντιστοιχεί στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, το οποίο είναι διαθέσιμο για ανταλλαγή ως εμπόρευμα, που στις ταξικές κοινωνίες καπρώνονται (ιδιοποιούνται) εκείνοι για λογαριασμό των οποίων δουλεύουν (οι γαιοκτήμονες, οι κεφαλαιούχοι κ.λπ.)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία