Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τυποκτόνος η τυποκτόνος
τυποκτόνα
το τυποκτόνο
      γενική του τυποκτόνου της τυποκτόνου
τυποκτόνας
του τυποκτόνου
    αιτιατική τον τυποκτόνο την τυποκτόνο
τυποκτόνα
το τυποκτόνο
     κλητική τυποκτόνε τυποκτόνε
τυποκτόνα
τυποκτόνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τυποκτόνοι οι τυποκτόνοι
τυποκτόνες
τα τυποκτόνα
      γενική των τυποκτόνων των τυποκτόνων των τυποκτόνων
    αιτιατική τους τυποκτόνους τις τυποκτόνους
τυποκτόνες
τα τυποκτόνα
     κλητική τυποκτόνοι τυποκτόνοι
τυποκτόνες
τυποκτόνα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

τυποκτόνος < τύπος (τυπογραφία) + -κτόνος < κτείνω (σκοτώνω)

  Επίθετο επεξεργασία

τυποκτόνος

  • χρησιμοποιείται για νόμους που σκοπό έχουν να σταματήσουν δημοσιεύσεις εντύπων. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για νόμο του Βασιλείου της Ελλάδας του 1837 και αναδρομικά για νόμο του 1833 που είχαν σκοπό τους το σταμάτημα της έκδοσης εφημερίδων και άλλων εντύπων εκδόσεων που ήταν αντίθετα με την κυβέρνηση. Από τότε χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις νόμων που θεωρείται ότι έχουν σκοπό να βλάψουν τις εφημερίδες και γενικά τον τύπο ή να τις περιορίσουν σημαντικά.

  Μεταφράσεις επεξεργασία