Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτείνω < ριζα κτεν + j + ω < κταν < καν- (ομόρριζο με το καίνω και κάμνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κτείνω

  1. φονεύω

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

επίσης

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σε πολλους τύπους της ενεργητικής φωνής χρησιμοποιείτο το ἀποκτείνω. Στην παθητική φωνή (τουλάχιστον από τους Αττικούς) συνήθως χρησιμοποιούνταν -με εξαίρεση τον δόκιμο παρατατικό ἐκτεινόμην-, τύποι του θνήσκω και ἀποθνήσκω. Οι άλλοι τύποι της μέσης/παθητικής (π.χ. κτείνομαι, απεκτάμην, εκτάνθην) θεωρούνται μεταγενέστεροι

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κτείνω
ἀποκτείνω
ἀποκτύννυμι
ἀποκτιννύω
Παρατατικός ἒκτεινον
κτεῖνον
ἀπέκτεινον
ἀπεκτίννυον
ἀπεκτίννυν
Μέλλοντας κτενώ
ἀποκτενώ
Αόριστος β' ἒκτεινα
ἒκτανον
ἒκταν
Παρακείμενος ἀπέκτονα
(ἀπέκταγκα)
(ἀπέκτακα)
(ἀπεκτόνηκα]
Υπερσυντέλικος ἀπεκτόνειν
ἀπεκτονώς ἦν
ἀπεκτονήκει


Απαρέμφατα
Ενεστώτας κτείνειν
Μέλλοντας κτενεῖν'
Αόριστος β' κτεῖναι
Παρακείμενος ἀπεκτονέναι
Μετοχές
Ενεστώτας κτείνων, κτείνουσα, κτεῖνον
Μέλλοντας κτενῶν, κτενοῦσα, κτενοῦν
Αόριστος β' κτείνας, κτείνασα, κτεῖναν
Παρακείμενος ἀπεκτονώς, ἀποκτενυῖα, ἀποκτενός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία