Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακτείνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατακτείνω

  1. ξαπλώνω κάποιον κάτω νεκρό, σκοτώνω