Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύδεντρο σύδεντρα
γενική σύδεντρου σύδεντρων
αιτιατική σύδεντρο σύδεντρα
κλητική σύδεντρο σύδεντρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύδεντρο < αρχαία ελληνική σύνδενδρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύδεντρο ουδέτερο

  • συστάδα δέντρων
    Κάθε τόσο εγκαταλείπαμε το φορτηγό και τρέχαμε να κρυφτούμε σε σύδεντρα, κάτω από γεφύρια, σε αναχώματα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία