Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συναίσθηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συναίσθηση θηλυκό

  1. η πλήρης επίγνωση και συνείδηση μιας κατάστασης
    είχε απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης του

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία