Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική συμπτωματολογικός συμπτωματολογική συμπτωματολογικό
γενική συμπτωματολογικού συμπτωματολογικής συμπτωματολογικού
αιτιατική συμπτωματολογικό συμπτωματολογική συμπτωματολογικό
κλητική συμπτωματολογικέ συμπτωματολογική συμπτωματολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπτωματολογικοί συμπτωματολογικές συμπτωματολογικά
γενική συμπτωματολογικών συμπτωματολογικών συμπτωματολογικών
αιτιατική συμπτωματολογικούς συμπτωματολογικές συμπτωματολογικά
κλητική συμπτωματολογικοί συμπτωματολογικές συμπτωματολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπτωματολογικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμπτωματολογικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία