Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συλλέκτης < αρχαία ελληνική συλλέκτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συλλέκτης αρσενικό(θηλυκό συλλέκτρια)

  1. κάτι ή κάποιος που συλλέγει
    • πρόσωπο που μαζεύει πράγματα
      • επαγγελματικά
        συλλέκτης καρπών
      • ερασιτεχνικά ή για χόμπι
        συλλέκτης συλλέκτης
        συλλέκτης δίσκων βινυλίου
    • αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται για συλλογή
    ηλιακός συλλέκτης
    συλλέκτης λυμάτων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία