Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στυλοβάτης οι στυλοβάτες
      γενική του στυλοβάτη των στυλοβατών
    αιτιατική τον στυλοβάτη τους στυλοβάτες
     κλητική στυλοβάτη στυλοβάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στυλοβάτης < αρχαία ελληνική στυλοβάτης < στῦλος + βαίνω. Συγχρονικά αναλύεται σε στύλος + -βάτης.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στυλοβάτης αρσενικό (θηλυκό: στυλοβάτρια & στυλοβάτισσα)

  1. η βάση κάποιου στύλου, το μέρος που στηρίζεται
  2. (αρχαιολογία) η βάση και το στήριγμα των κιόνων ενός αρχαιοελληνικού ναού
  3. (μεταφορικά) αυτός που (υπο)στηρίζει κάτι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία