Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στρατόσφαιρα οι στρατόσφαιρες
      γενική της στρατόσφαιρας των στρατοσφαιρών
    αιτιατική τη στρατόσφαιρα τις στρατόσφαιρες
     κλητική στρατόσφαιρα στρατόσφαιρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρατόσφαιρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρατόσφαιρα θηλυκό

  1. η ανώτερη ζώνη της ατμόσφαιρας· διαδέχεται την τροπόπαυση και εκτείνεται από ύψος περίπου 10 χλμ μέχρι ύψους 50-55 χλμ από την επιφάνεια της γης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία