Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοφιστής σοφιστές
γενική σοφιστή σοφιστών
αιτιατική σοφιστή σοφιστές
κλητική σοφιστή σοφιστές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοφιστής < αρχαία ελληνική σοφιστής < σοφίζω < σοφός

Ο εκπρόσωπος της σοφιστικής κίνησης ο διδάσκαλος δηλαδή της τέχνης της ρητορικής και της πολιτικής τέχνης που δίδασκε με αμοιβή. (Πλάτων, Ιππίας Μείζων 281c)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σοφιστής αρσενικό

  1. ακόλουθος της σοφιστικής προσωκρατικής φιλοσοφίας
  2. Αττικός ρήτορας, αρχαϊκός πολιτικός-δικηγόρος(συνήγορος)-διδάσκαλος
  3. Πρότυπο:μει στοχαστής που σκοπό έχει την υπεροχή σε διάλογο ασχέτως των ηθικών βάσεων ή της προσωπικής του γνώμης σε σχέση με τις ιδέες που υπερασπίζεται, παρερμηνεία-στρέβλωση από φιλοσοφικούς αντιπάλους της σοφιστικής σχετικιστικής θεωρίας μεταξύ ατόμου και δυνητικών ερμηνειών της ηθικής από αυτό ως ανήθικο δόγμα και απαξίωση του εν λόγω στοχαστή που την υπερασπίζεται

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία