Δείτε επίσης: σονέτο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σονάτα οι σονάτες
      γενική της σονάτας των σονατών
    αιτιατική τη σονάτα τις σονάτες
     κλητική σονάτα σονάτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σονάτα < ιταλ. sonata

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σονάτα θηλυκό

μουσική σύνθεση για ένα ή δυο όργανα με τρία ή τέσσερα μέρη διαφορετικής ρυθμικής αγωγής.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • σονάτα δωματίου (sonata da camara)
  • εκκλησιαστική σονάτα (sonata da Chiesa)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία