Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική σκανδιναβικός σκανδιναβική σκανδιναβικό
γενική σκανδιναβικού σκανδιναβικής σκανδιναβικού
αιτιατική σκανδιναβικό σκανδιναβική σκανδιναβικό
κλητική σκανδιναβικέ σκανδιναβική σκανδιναβικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκανδιναβικοί σκανδιναβικές σκανδιναβικά
γενική σκανδιναβικών σκανδιναβικών σκανδιναβικών
αιτιατική σκανδιναβικούς σκανδιναβικές σκανδιναβικά
κλητική σκανδιναβικοί σκανδιναβικές σκανδιναβικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκανδιναβικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκανδιναβικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία