Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σινοελληνικός σινοελληνική σινοελληνικό
γενική σινοελληνικού σινοελληνικής σινοελληνικού
αιτιατική σινοελληνικό σινοελληνική σινοελληνικό
κλητική σινοελληνικέ σινοελληνική σινοελληνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σινοελληνικοί σινοελληνικές σινοελληνικά
γενική σινοελληνικών σινοελληνικών σινοελληνικών
αιτιατική σινοελληνικούς σινοελληνικές σινοελληνικά
κλητική σινοελληνικοί σινοελληνικές σινοελληνικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σινοελληνικός < σινο- (< μεσαιωνική λατινική Sinae < αραβική الصين ‎(aṣ-ṣīn: Κίνα) < σανσκριτική चीन ‎(cina: Κίνα) < παλαιά κινεζικά : zin) + ελληνικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σινοελληνικός, -ή, -ό

  • που αφορά τις σχέσεις Ελλάδας και Κίνας
    Επιπλέον η έλλειψη απευθείας αεροπορικών συνδέσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι ένα σημαντικό εμπόδιο που πρέπει να αρθεί με τη δρομολόγηση άμεσων πτήσεων μεταξύ των κύριων κινεζικών πόλεων και των ελληνικών νησιών και άλλων τουριστικών προορισμών, δήλωσε ο κ. Ζου Ξιαολί, πρεσβευτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην Ελλάδα, στην ομιλία που απηύθυνε στους συνέδρους στο πλαίσιο του σινοελληνικού σεμιναρίου συνεργασίας στον τουρισμό και προώθησης επενδύσεων για τους κλάδους της κρουαζιέρας και του γιότινγκ της επαρχίας Χαϊνάν. (*)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία