Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σηψαιμία οι σηψαιμίες
      γενική της σηψαιμίας των σηψαιμιών
    αιτιατική τη σηψαιμία τις σηψαιμίες
     κλητική σηψαιμία σηψαιμίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηψαιμία < λόγια λέξη από τα σήψη + αίμα που πλάστηκε ως μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική septicémie

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σηψαιμία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία