Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαγανάκι τα σαγανάκια
      γενική
    αιτιατική το σαγανάκι τα σαγανάκια
     κλητική σαγανάκι σαγανάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
σαγανάκι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαγανάκι < σαγάνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < τουρκική sahan < αραβική صحن (ṣaḥn)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαγανάκι ουδέτερο

  1. (κουζινικά) μικρό τηγάνι
  2. (γαστρονομία) έδεσμα παρασκευασμένο σε μικρό τηγάνι
  3. τυρί (γραβιέρα ή κεφαλοτύρι) τηγανισμένο και συνήθως βουτηγμένο σε κουρκούτι ή τηγανισμένα αβγά με ντομάτα, γαρίδες με ντομάτα, μύδια με ντομάτα, λουκάνικα με αβγά και ντομάτα κ.ά.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία