Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρκωση σαρκώσεις
γενική σάρκωσης
& σαρκώσεως
σαρκώσεων
αιτιατική σάρκωση σαρκώσεις
κλητική σάρκωση σαρκώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρκωση < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή σάρκωσις (ιατρικός όρος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρκωση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία