Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σάγουλα οι σάγουλες
      γενική της σάγουλας των σάγουλων
    αιτιατική τη σάγουλα τις σάγουλες
     κλητική σάγουλα σάγουλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάγουλα < βενετική sagola

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάγουλα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): λεπτό σχετικά σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την αφαίρεσή του από το κατάρτι για φύλαξη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία