Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πυριτιδοποιείο τα πυριτιδοποιεία
      γενική του πυριτιδοποιείου των πυριτιδοποιείων
    αιτιατική το πυριτιδοποιείο τα πυριτιδοποιεία
     κλητική πυριτιδοποιείο πυριτιδοποιεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυριτιδοποιείο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυριτιδοποιείο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία