Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το προοίμιο τα προοίμια
      γενική του προοιμίου
& προοίμιου
των προοιμίων
& προοίμιων
    αιτιατική το προοίμιο τα προοίμια
     κλητική προοίμιο προοίμια
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προοίμιο < αρχαία ελληνική προοίμιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προοίμιο ουδέτερο

  1. η εισαγωγή, ο πρόλογος, πχ σε ένα ποιητικό έργο
    το προοίμιο της Ιλιάδας
  2. (γενικότερα)} η απαρχή μιας ευρύτερης ακολουθίας που προαναγγέλλει τα επόμενα
    προοίμιο μανίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία