Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρίζα οι πρίζες
      γενική της πρίζας των (πριζών)
    αιτιατική την πρίζα τις πρίζες
     κλητική πρίζα πρίζες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρίζα < γαλλική prise

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρίζα θηλυκό

  1. (γενικότερα) τερματικό ηλεκτρικό εξάρτημα σε σύστημα καλωδιώσεως
    πρίζα τηλεφώνου, πρίζα δικτύου
  2. ο ρευματοδότης, το ντουί, θηλυκός υποδοχέας τροφοδοσίας ρεύματος
  3. (καταχρηστικά) ο ρευματολήπτης, το φις

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  • πριζούλα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • είμαι στην πρίζα / βάζω κάποιον στην πρίζα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία