Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρευματολήπτης οι ρευματολήπτες
      γενική του ρευματολήπτη των ρευματοληπτών
    αιτιατική τον ρευματολήπτη τους ρευματολήπτες
     κλητική ρευματολήπτη ρευματολήπτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρευματολήπτης < ρεύμα και λαμβάνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρευματολήπτης αρσενικό

  1. το εξάρτημα στο τέλος του καλωδίου μιας συσκευής, το οποίο εισάγεται στην παροχή ρεύματος (την πρίζα)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία