Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πολιτειακός πολιτειακή πολιτειακό
γενική πολιτειακού πολιτειακής πολιτειακού
αιτιατική πολιτειακό πολιτειακή πολιτειακό
κλητική πολιτειακέ πολιτειακή πολιτειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολιτειακοί πολιτειακές πολιτειακά
γενική πολιτειακών πολιτειακών πολιτειακών
αιτιατική πολιτειακούς πολιτειακές πολιτειακά
κλητική πολιτειακοί πολιτειακές πολιτειακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτειακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολιτειακός -ή -ό

  1. ο σχετικός με το πολίτευμα και τη συγκρότηση ενός κράτους (πολιτείας)
    η πολιτειακή ηγεσία της χώρας (ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)
    οι πρώτες προσπάθειες των επαναστατημένων Ελλήνων για πολιτειακή συγκρότηση
  2. ο σχετικός με την πολιτεία, το ομόσπονδο κράτος
    η πολιτειακή Βουλή της Καλιφόρνιας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία