Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πλανητοειδής πλανητοειδής πλανητοειδές
γενική πλανητοειδούς πλανητοειδούς πλανητοειδούς
αιτιατική πλανητοειδή πλανητοειδή πλανητοειδές
κλητική πλανητοειδή(ς) πλανητοειδής πλανητοειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλανητοειδείς πλανητοειδείς πλανητοειδή
γενική πλανητοειδών πλανητοειδών πλανητοειδών
αιτιατική πλανητοειδείς πλανητοειδείς πλανητοειδή
κλητική πλανητοειδείς πλανητοειδείς πλανητοειδή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλανητοειδής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλανητοειδής

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία