Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πισωγύρισμα τα πισωγυρίσματα
      γενική του πισωγυρίσματος των πισωγυρισμάτων
    αιτιατική το πισωγύρισμα τα πισωγυρίσματα
     κλητική πισωγύρισμα πισωγυρίσματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πισωγύρισμα < πισωγυρισ- (πισωγυρίζω) + -μα[1] (πισω- γύρισμα, πίσω + γυρίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.soˈʝi.ɾi.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πισωγύρισμα ουδέτερο

  1. η επιστροφή σε προηγούμενο, κατώτερο επίπεδο, στα παλιά και τα ξεπερασμένα
  2. αλλαγή κατεύθυνσης προς τα πίσω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία