Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιδίνηση οι περιδινήσεις
      γενική της περιδίνησης
περιδινήσεως*
των περιδινήσεων
    αιτιατική την περιδίνηση τις περιδινήσεις
     κλητική περιδίνηση περιδινήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιδίνηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιδίνηση θηλυκό

  • Είδος περιστροφικής κίνησης ενός σώματος ως προς άξονα που διέρχεται από ένα τυχαίο σημείο του σώματος (και όχι μόνον από το Κέντρο Βάρους του, κίνηση που αποκαλείται στροβιλισμός).


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία