↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεντάχρωμος η πεντάχρωμη το πεντάχρωμο
      γενική του πεντάχρωμου της πεντάχρωμης του πεντάχρωμου
    αιτιατική τον πεντάχρωμο την πεντάχρωμη το πεντάχρωμο
     κλητική πεντάχρωμε πεντάχρωμη πεντάχρωμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεντάχρωμοι οι πεντάχρωμες τα πεντάχρωμα
      γενική των πεντάχρωμων των πεντάχρωμων των πεντάχρωμων
    αιτιατική τους πεντάχρωμους τις πεντάχρωμες τα πεντάχρωμα
     κλητική πεντάχρωμοι πεντάχρωμες πεντάχρωμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πεντάχρωμος < πεντά- + -χρωμος

  Επίθετο

επεξεργασία

πεντάχρωμος, -η, -ο

  • που αποτελείται από πέντε χρώματα
    πεντάχρωμες κλωστές

  Μεταφράσεις

επεξεργασία