Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πελάγιος < αρχαία ελληνική > πέλαγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πελάγιος, -α, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

* πελαγίσιος
* πελαγινός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία