Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παραγεμιστός παραγεμιστή παραγεμιστό
γενική παραγεμιστού παραγεμιστής παραγεμιστού
αιτιατική παραγεμιστό παραγεμιστή παραγεμιστό
κλητική παραγεμιστέ παραγεμιστή παραγεμιστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραγεμιστοί παραγεμιστές παραγεμιστά
γενική παραγεμιστών παραγεμιστών παραγεμιστών
αιτιατική παραγεμιστούς παραγεμιστές παραγεμιστά
κλητική παραγεμιστοί παραγεμιστές παραγεμιστά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραγεμιστός < μεσαιωνική ελληνική παραγεμιστός < παραγεμίζω < παρα- + γεμίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παραγεμιστός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία