Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρίσταμαι < παρά + ίσταμαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾi.sta.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρίσταμαι

  1. βρίσκομαι σε κάποιο σημείο μαζί με άλλους
    ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέστη στα εγκαίνια του Μορφωτικού Κέντρου
  2. (νομικός όρος) είμαι παρών σε δίκη ως δικηγόρος υπεράσπισης

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παρίσταται διά : έκφραση που χρησιμοποιεί ο δικηγόρος στην εκφώνηση της υπόθεσης, για να δηλώσει ότι ο πελάτης του και διάδικος δεν παρίσταται αυτοπροσώπως, αλλά διά του δικηγόρου του
  • παρίσταται μετά : έκφραση που χρησιμοποιεί ο δικηγόρος στην εκφώνηση της υπόθεσης, για να δηλώσει ότι ο πελάτης του και διάδικος παρίσταται αυτοπροσώπως με εκείνον (το δικηγόρο του)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία