Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορίζουσα < ορίζω < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déterminant

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορίζουσα θηλυκό

  1. (μαθηματικά) συνάρτηση που δίνει το αλγεβρικό άθροισμα τετραγωνικού πίνακα ή μήτρας.
  2. (ειδικότερα) ο πίνακας ή το αλγεβρικό άθροισμά του που μας χρησιμοποιείται για να βρεθούν οι λύσεις μιας εξίσωσης νιοστού βαθμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία