Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νομίατρος οι νομίατροι
      γενική του νομιάτρου
νομίατρου
των νομιάτρων
    αιτιατική τον νομίατρο τους νομιάτρους
νομίατρους
     κλητική νομίατρε νομίατροι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νομίατρος < νομός + -ίατρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νομίατρος αρσενικό ή θηλυκό

  • γιατρός διορισμένος σε μια νομαρχία που είναι αρμόδιος για τα υγειονομικά ζητήματα ενός νομού, την αντιμετώπιση επιδημιών, την υγιεινή των δημόσιων χώρων, τις αναρρωτικές άδειες των δημοσίων υπαλλήλων κλπ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία