Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νευρώνας οι νευρώνες
      γενική του νευρώνα των νευρώνων
    αιτιατική τον νευρώνα τους νευρώνες
     κλητική νευρώνα νευρώνες
όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νευρώνας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νευρώνας αρσενικό

  1. Κύτταρο του νευρικού συστήματος, το οποίο μεταφέρει και επεξεργάζεται πληροφορίες.
    Οι νευρώνες είναι υπεύθυνοι για την αντίληψη, την σκέψη και την κίνηση των ζώων, ενώ τα υπόλοιπα κύτταρα του νευρικού συστήματος φροντίζουν να λειτουργούν σωστά οι νευρώνες.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία